Ήταν φθινόπωρο του -μακρινού- 2002, όταν για πρώτη φορά γνώρισα το Medieval: Total War. Αν κάποιος με ρωτούσε τότε, τι ακριβώς κρατούσα στα χέρια μου, δεν θα ήξερα τι να του απαντήσω. Θυμάμαι μόνο εκείνη την αίσθηση, ότι κάτι μέσα μου άλλαζε, όσο περισσότερο χανόμουν στον αχανή μεσαιωνικό χάρτη του κόσμου.
Πάντα αγαπούσα τα strategy games. Αλλά εκείνη τη στιγμή κατάλαβα -χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το γιατί- ότι αυτό το είδος… με είχε ήδη κερδίσει.
Από εκεί και μετά, κάθε νέος τίτλος της Creative Assembly ήταν σαν ένα νέο κεφάλαιο σε μια ιστορία που μεγάλωνε μαζί μου. Το Shogun: Total War, το Rome: Total War, το Empire: Total War και όλα όσα ακολούθησαν, δεν ήταν απλώς παιχνίδια. Ήταν εμπειρίες. Ώρες ατελείωτες πάνω από έναν χάρτη, αποφάσεις που ένιωθαν σημαντικές, μάχες που -έστω και για λίγο- σε έκαναν να πιστεύεις ότι κρατάς την τύχη ενός ολόκληρου κόσμου στα χέρια σου.
Και ίσως τελικά, αυτό είναι που κάνει τη σειρά τόσο ξεχωριστή. Δεν είναι μόνο το gameplay. Είναι αυτό το συναίσθημα ελέγχου, ευθύνης και… χάους. Γιατί, μη γελιόμαστε. Πάντα υπήρχε χάος!
Και κάπως έτσι, ήρθε η στιγμή που η σειρά άφησε για λίγο την ιστορία και βούτηξε στο χάος της φαντασίας. Με το Total War: Warhammer III, το Total War φτάνει σε ένα σημείο όπου όλα όσα έχτιζε τόσα χρόνια συναντούν κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάτι που μετατρέπεται σε πολύ μεγαλύτερο, πολύ πιο άγριο και, τελικά, πολύ πιο ζωντανό από ποτέ.

Η μετάβαση της σειράς από την ιστορία στη φαντασία ήταν -αν μη τι άλλο- μια τολμηρή απόφαση. Ένα ρίσκο που έμενε να φανεί αν θα δικαιωθεί. Μέχρι τότε, το Total War είχε χτίσει την ταυτότητά του πάνω σε πραγματικές εποχές, πραγματικούς στρατούς και σε έναν βαθύ ιστορικό ρεαλισμό. Και ξαφνικά, απέθαντα, δράκοι, δαίμονες και μαγεία μπήκαν στο ίδιο πεδίο μάχης.
Κι όμως… λειτούργησε!
Με το Total War: Warhammer III, αυτή η ιδέα φτάνει στην πιο ολοκληρωμένη μορφή της. Δεν πρόκειται απλώς για ένα ακόμη Total War με διαφορετικό “skin”. Είναι μια εμπειρία που εκμεταλλεύεται πλήρως την ελευθερία του fantasy για να σπρώξει τη σειρά εκεί που πάντα ήθελε να πάει, αλλά δεν μπορούσε.
Γιατί εδώ, οι μάχες είναι πιο μεγάλες, πιο χαοτικές, πιο απρόβλεπτες και εν τέλει πιο ζωντανές. Οι στρατοί και τα factions δεν διαφέρουν μόνο σε αριθμούς ή μονάδες. Διαφέρουν σε φιλοσοφία. Και το campaign δεν είναι απλώς ένας χάρτης προς κατάκτηση, αλλά ένα sandbox γεμάτο ιστορίες που δημιουργούνται δυναμικά, κάθε φορά από την αρχή και κάθε φορά με διαφορετικό αποτέλεσμα.
Στον πυρήνα του, το Total War: Warhammer III παραμένει πιστό στη συνταγή που έκανε τη σειρά ξεχωριστή. Τurn-based campaign στον χάρτη, real-time μάχες στο πεδίο. Μόνο που εδώ, όλα δείχνουν πιο… απελευθερωμένα.
Το βασικό campaign του παιχνιδιού, με το ταξίδι στα Realms of Chaos, προσπαθεί να δώσει έναν πιο “καθοδηγούμενο” στόχο στον παίκτη. Δεν πρόκειται απλά για κατάκτηση του χάρτη, αλλά για έναν αγώνα δρόμου, όπου κάθε απόφαση έχει βάρος και κάθε καθυστέρηση μπορεί να κοστίσει πολύ ακριβά. Είναι μια προσέγγιση που δίνει επιπλέον ένταση και ρυθμό σε ένα παιχνίδι που καταφέρνει να σε έχει ήδη στην… τσίτα, από το intro cinematic και το soundtrack του login screen.
Εκεί που το παιχνίδι πραγματικά ανοίγει, όμως, είναι αλλού.
Με το Immortal Empires, το campaign μετατρέπεται σε αυτό που όλοι περίμεναν εξαρχής. Ένα γιγαντιαίο sandbox, όπου ο παίκτης γράφει τη δική του ιστορία, χωρίς περιορισμούς. Εδώ, το pacing γίνεται πιο φυσικό, οι επιλογές περισσότερες και η εμπειρία πολύ πιο κοντά σε αυτό που έκανε το Total War αγαπημένο όλα αυτά τα χρόνια.
Σε επίπεδο μηχανισμών, η ποικιλία είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Κάθε faction δεν έχει απλώς διαφορετικά units. Έχει διαφορετικό τρόπο σκέψης. Από οικονομία και διπλωματία, μέχρι ειδικά mechanics που αλλάζουν εντελώς το πώς προσεγγίζεις το campaign, το παιχνίδι καταφέρνει να κρατάει το ενδιαφέρον ζωντανό ακόμα και μετά από εκατοντάδες ώρες.
Βέβαια, δεν λείπουν και τα γνωστά “αγκάθια”. Η AI εξακολουθεί να παίρνει περίεργες αποφάσεις, το pathfinding σε ορισμένες μάχες δοκιμάζει την υπομονή, ενώ κάποια συστήματα — ειδικά στο launch — έδειχναν πιο περιοριστικά απ’ όσο θα έπρεπε. Ευτυχώς, το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχει βελτιωθεί αισθητά με τον χρόνο, χωρίς όμως να έχει εξαφανιστεί πλήρως.
Τελικά, το Campaign του Warhammer III δεν είναι τέλειο, όπως άλλωστε τίποτα σε αυτή τη ζωή. Είναι όμως κενοτόμο, φιλόδοξο, γεμάτο ιδέες, με διαφορετική έκβαση κάθε φορά, και πάνω απ’ όλα, ικανό να σε κρατήσει για ώρες. Όχι απλώς επειδή “πρέπει”. Αλλά επειδή δεν αντέχεις να μη δεις τι θα συμβεί στο επόμενο turn. Επειδή είσαι ένα βήμα πιο κοντά στην κατάκτηση του στόχου σου. Και κυρίως, επειδή ήρθε η ώρα αυτός ο εχθρός -ανάθεμά τον!- να πληρώσει ακριβά την απόφαση του να πατήσει το πόδι του στην επικράτεια της μεγάλης σου αυτοκρατορίας.

Αν υπάρχει ένα σημείο όπου το Total War: Warhammer III δεν ξεχωρίζει απλώς, αλλά κυριαρχεί, είναι η ποικιλία των factions. Δεν μιλάμε για μικρές διαφοροποιήσεις ή εναλλακτικά “skins” στην ίδια λογική. Εδώ, κάθε faction μοιάζει -ειλικρινά- με ενα εξ'ολοκλήρου διαφορετικό παιχνίδι.
Κάθε επιλογή φέρνει μαζί της άλλους ρυθμούς, άλλες προτεραιότητες και, κυρίως, άλλη νοοτροπία. Από τον τρόπο που διαχειρίζεσαι την οικονομία σου μέχρι το πώς πολεμάς στο πεδίο, το παιχνίδι σε αναγκάζει να προσαρμοστείς, και αυτό είναι που κρατάει την εμπειρία φρέσκια, ακόμα και μετά από πολλές ώρες gameplay.
Προσωπικά, πάντα είχα μια αδυναμία στους “καλούς”. Στα παιχνίδια συνήθως θα διαλέξω την πλευρά με τους ιππότες, την τάξη, το Φως, το “σωστό”. Και ναι, η Empire με τα αγέροχα griffins της ή η Bretonnia με τους αστραυτερούς της ιππότες έχουν όλη αυτή τη γνώριμη, ηρωική αύρα που πάντα με έλκυε.
Όμως εδώ… κάτι αλλάζει. Ριζικά. Σχεδόν επικίνδυνα…
Γιατί, όσο κι αν περίμενα να δεθώ με δαύτους, τελικά με κέρδισαν τα εντελώς αντίθετα. Τα αλήτικα, χαοτικά και κάπως… απολαυστικά διεστραμμένα πειρατικά πληρώματα των Vampire Coast, που αδιαφορούν για κάθε συμμαχία του κόσμου και πλιατσικολογούν λιμάνια για τον δικό τους σκοπό. Πειρατές-νεκροζώντανοι, με κανόνια, τέρατα, γαλέρες, και μια αισθητική που δεν προσπαθεί καν να γίνει “σωστή”, και ίσως γι’ αυτό λειτουργεί τόσο καλά.
Κι εκεί είναι που καταλαβαίνεις το μεγαλύτερο επίτευγμα του παιχνιδιού. Όποιο faction κι αν διαλέξεις, δένεσαι μαζί του. Μαθαίνεις τις ιδιαιτερότητές του, προσαρμόζεσαι, επενδύεις χρόνο και, τελικά, το κάνεις δικό σου. Είναι πραγματικά δύσκολο να βρεις faction που να σε αφήνει αδιάφορο ή, ακόμα χειρότερα, να μη θέλεις να παίξεις μαζί του.
Αυτή η ποικιλία, πέρα από εντυπωσιακή, είναι και ο βασικός λόγος που το Warhammer III καταφέρνει να σε κρατάει, επιστρέφοντας ξανά και ξανά, πάντα με μια διαφορετική εμπειρία να σε περιμένει.

Οι μάχες στα Total War ήταν πάντα το καθαρό συναίσθημα του παιχνιδιού. Στο Total War: Warhammer III όμως, αυτό το συναίσθημα φτάνει σε ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Εδώ είναι που όλα ζωντανεύουν! Μεγάλοι στρατοί συγκρούονται, τεράστια τέρατα ορμούν στη μάχη, πανίσχυρη μαγεία σκίζει τον ουρανό, γενναίο ιππικό καταφθάνει απο τους λόφους, τρομερά siege engines γεμάτα πανούκλα πυρπολούν το πεδίο και οι αδίστακτοι στρατηγοί, καβαλικεύοντας κάποιον δράκο, γίνονται ένα με τις σιδηρόφρακτες μάζες που παλεύουν να αφανίσουν η μία την άλλη. Και για κάποια λεπτά, χάνεται η ψευδαίσθηση ότι “παίζεις ένα παιχνίδι”. Αντίθετα, νιώθεις ότι παρακολουθείς -ή καλύτερα, σκηνοθετείς- μια ανελέητη μάχη επικών διαστάσεων που εξελίσσεται μπροστά σου σε πραγματικό χρόνο.
Και αυτό είναι που σου προσφέρει απλόχερα αυτό το παιχνίδι. Το spectacle! Η αίσθηση της κλίμακας. Το πραγματικό blood & gore μιας μάχης. Το χάος που, αντί να σε αποσυντονίζει, σε τραβάει ακόμα πιο βαθιά μέσα του…
Κάθε σύγκρουση είναι διαφορετική. Άλλοτε πιο ελεγχόμενη, σχεδόν “χειρουργική”, και άλλοτε απόλυτα ανεξέλεγκτη, με μονάδες να μπλέκονται, γραμμές να σπάνε και το πεδίο μάχης να μετατρέπεται σε κάτι που δύσκολα περιγράφεται, αλλά εύκολα θυμάσαι για καιρό. Γιατί όταν όλα “κουμπώνουν”, όταν η γραμμή σου κρατάει, η μαγεία πέφτει τη σωστή στιγμή και η αντεπίθεση έρχεται ακριβώς εκεί που πρέπει, το αποτέλεσμα είναι μαγικό! Όχι απλώς ικανοποιητικό, αλλά εντυπωσιακό σε ένα επίπεδο που λίγα strategy games καταφέρνουν να αγγίξουν.
Φυσικά, θα ήταν ψέμα αν έλεγα πως μέσα σε όλο αυτό το θέαμα, δεν λείπουν και τα σημεία που σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα.
Η AI και το pathfinding -όπως έχουμε ήδη δει στο παρελθόν- παραμένουν από τα πιο αδύναμα κομμάτια της εμπειρίας. Δεν είναι κάτι καινούριο για τη σειρά, αλλά εδώ, μέσα σε τόσο μεγάλες και χαοτικές μάχες, τα προβλήματα φαίνονται ακόμα πιο έντονα.
Υπάρχει όμως και ένα άλλο σημείο που διχάζει την κοινότητα. Και αυτό δεν είναι άλλο από την πολιτική των DLC.
Το Total War: Warhammer III δεν είναι από εκείνα τα παιχνίδια που αγοράζεις μία φορά και τελείωσες. Αντίθετα, χτίζεται σταδιακά, με συνεχή expansions και νέο περιεχόμενο που προστίθεται με τον χρόνο. Για κάποιους, αυτό μοιάζει με “αφαίμαξη”. Μια λογική όπου το παιχνίδι σου δίνει λίγο-λίγο το περιεχόμενο, κρατώντας σε διαρκώς σε έναν κύκλο αγορών.
Και, για να είμαστε δίκαιοι, υπάρχει βάση σε αυτή την κριτική.
Από την άλλη πλευρά όμως, υπάρχει και η αντίθετη οπτική. Ότι δηλαδή πρόκειται για ένα παιχνίδι που δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Αντίθετα, εξελίσσεται συνεχώς, εμπλουτίζεται και βελτιώνεται, με DLC που -τουλάχιστον μέχρι τώρα- σπάνια απογοητεύουν σε σχέση με την αξία τους. Δεν μιλάμε για πρόχειρο περιεχόμενο, αλλά για additions που πραγματικά προσθέτουν βάθος και νέους τρόπους να βιώσεις το παιχνίδι.
Και όπως παντού, έτσι κι εδώ, η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση.
Το Total War: Warhammer III είναι μοναδικό και ίσως για αυτό δεν προσπαθεί να γίνει τέλειο. Τα προβλήματά του είναι υπαρκτά. Κάποια γνώριμα -και άλυτα εδώ και χρόνια-, κάποια πιο έντονα απ’ όσο θα θέλαμε.
Αλλά όταν κλείνεις το παιχνίδι, δεν στέκεσαι σε αυτά.
Σκέφτεσαι τις μάχες που ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και τελικά γύρισαν υπέρ σου. Τα factions που δεν περίμενες να αγαπήσεις, και τελικά δεν ήθελες να αφήσεις. Τις στιγμές που το χάος δεν ήταν απλά μηχανισμός, αλλά εμπειρία πέρα από κάθε προσδοκία. Και στο τέλος της μέρας, αυτό είναι που μετράει πραγματικά.
Πρόκειται για ένα παιχνίδι τεράστιο, φιλόδοξο και ζωντανό, που δεν σταματά να εξελίσσεται. Σίγουρα οχι τέλειο, αλλά δύσκολα αντικαθίσταται.
Βαθμολογία: 9.5/10
Για fans της σειράς: Αδιαπραγμάτευτο.
Για νεοεισερχόμενους: Δώσε του χρόνο και σίγουρα θα σε κερδίσει.