Στην πόλη της Waterdeep, η τύχη και η απελπισία μοιράζονται τα ίδια σοκάκια. Σε ένα από αυτά γεννήθηκε ένα κορίτσι που δεν είχε τίποτα πέρα από το όνομά του. Η Yalaith Oruboryl δεν γνώρισε οικογένεια, ούτε ασφάλεια. Μόνο την ψυχρή λογική ενός σκληρού κόσμου που δεν διστάζει να ξεχάσει τους πιο αδύναμους.
Όπως πολλά ορφανά του Faerûn, γρήγορα έμαθε ότι η επιβίωση δεν είναι δικαίωμα, ή προνόμιο. Από τη Waterdeep βρέθηκε να πουλιέται και να ξαναπουλιέται, μέχρι που κατέληξε πολύ μακριά από τα βόρεια λιμάνια, στην αδυσώπητη Calimport, όπου η ζωή μετριέται λιγότερο από το χρυσάφι και περισσότερο από τη χρησιμότητα.
Μέσα σε έναν κόσμο σκλαβοπάζαρων, σιωπηλών συναλλαγών και σκιών, έμαθε πρώτα να παρατηρεί και μετά να επιβιώνει. Δεν ήταν η δύναμη που την κράτησε ζωντανή, αλλά η ικανότητα να καταλαβαίνει τι θέλουν οι άλλοι πριν το καταλάβουν οι ίδιοι. Και σε μια πόλη όπως η Calimport, αυτή η ικανότητα ήταν πιο πολύτιμη από οποιοδήποτε ξίφος.
Για τους περισσότερους, η ζωή στην Calimport απλώς συνεχίζεται ή τελειώνει γρήγορα. Για τη Yalaith, ξεκίνησε ως σκλαβιά.
Το μόνο που είχε σημασία, ήταν ποιού ιδιοκτησία ήταν. Την αγόρασαν, την πούλησαν, την χρησιμοποίησαν και την πούλησαν ξανά, σαν να ήταν ένα αντικείμενο που απλώς άλλαζε χέρια μέσα στους λαβύρινθους των σκλαβοπάζαρων της πόλης. Κάθε νέος αφέντης έφερνε και νέα βάσανα, νέα τραύματα και νέες πληγές, και η κάθε αλλαγή δεν ήταν παρά μια διαφορετική μορφή επιβίωσης.
Μέσα σε αυτή τη διαδοχή από αφέντες και χέρια που άλλαζαν πιο γρήγορα από τα ονόματα, η νεαρή Yalaith είχε πια σταματήσει να περιμένει ότι τα πράγματα θα μπορέσουν να γίνουν ποτέ καλύτερα.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε ο άνθρωπος που θα έσπαγε αυτόν τον καταραμένο κύκλο σκλαβιάς και βαναυσότητας.

Το όνομά του ήταν Blaise Harrow. Ένας ψαρομάλλης άντρας, με πρόσωπο χαραγμένο από παλιά θαλασσινά ταξίδια και βλέμμα που είχε μάθει να αναγνωρίζει πότε κάτι έχει φτάσει στο όριό του. Κάποτε ήταν πειρατής, ή τουλάχιστον αυτό έλεγαν όσοι αρέσκονταν να ακούν ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ επίσημα. Τώρα κρατούσε ένα κακόφημο χάνι, χαμηλά στο λιμάνι της πόλης, εκεί όπου οι χαμένοι της Calimport κατέληγαν όταν δεν είχαν πια τίποτα άλλο να χάσουν.
Στην Calimport όμως, κανείς δεν σώζει κανέναν. Είτε γιατι δεν θέλει, είτε γιατί δεν μπορεί…
Ο Blaise Harrow σε μια ύστατη πράξη οίκτου, αγόρασε την τσακισμένη - τόσο ψυχικά, όσο και σωματικά - Yalaith. Αλλά σε αντίθεση με τους προηγούμενους, δεν την είδε ως αντικείμενο για χρήση. Την είδε ως κάτι που είχε ήδη σπάσει αρκετά ώστε να γίνει επικίνδυνο, και αρκετά ζωντανό ώστε να αξίζει προσοχή, κι έτσι, την κράτησε υπο την προστασία του.
Στην αρχή της έδωσε απλώς χώρο. Ένα μέρος στο χάνι. Δουλειές μικρές, σιωπηλές, χωρίς ερωτήσεις. Όμως η Yalaith δεν ήταν ποτέ απλώς ένα ακόμη ορφανό στους δρόμους. Παρατηρούσε τα πάντα. Ποιος ψεύδεται γιατί έχει κάτι να κρύψει. Ποιος πληρώνει για να ξεχάσει. Ποιος φοβάται να ακουστεί το όνομά του.
Και ο Blaise το κατάλαβε νωρίτερα απ’ όλους. Της έμαθε, λοιπον, να παρατηρεί και να περιμένει.
Τα χρόνια πέρασαν χωρίς να αφήσουν κανένα περιθώριο για αθωότητα. Η Yalaith δεν ήταν πια το μικρό ανήλικο κορίτσι που παρατηρούσε σιωπηλά από τις σκιές του θορυβώδους χανιού. Είχε μάθει να κινείται αθόρυβα μέσα σε αυτές.
Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Ένα πουγκί που “χάθηκε”, ένα μήνυμα που δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του, ένα βλέμμα που παρερμηνεύτηκε τη σωστή στιγμή. Η Calimport ήταν γεμάτη ευκαιρίες για όσους ήξεραν πού να κοιτάξουν, και η Yalaith είχε αρχίσει να βλέπει περισσότερα από όσα θα έπρεπε.
Δεν άργησε να τραβήξει την προσοχή των… κατάλληλων ανθρώπων. Οι μικρές συμμορίες των δρόμων δεν λειτουργούσαν με βάση την εμπιστοσύνη, αλλά με βάση την αξία. Και η Yalaith απέδειξε γρήγορα τη δική της. Δεν ήταν η πιο δυνατή, ούτε η πιο τρομακτική. Ήταν όμως αυτή που ήξερε πότε να χτυπήσει και, κυρίως, πότε να μην το κάνει.
Από αγγελιοφόρος έγινε συνεργός. Από συνεργός, εκτελέστρια μικρών “δουλειών”. Κλοπές, παρακολουθήσεις, ανταλλαγές πληροφοριών. Πάντα προσεκτική. Πάντα ένα βήμα μπροστά από τους αντιπάλους της, και πάντα κρυμμένη πίσω από το φως.
Όμως η Yalaith δεν είχε σκοπό να μείνει εκεί. Η άνοδός της ήρθε αθόρυβα και με ακρίβεια. Ένα όνομα τη σωστή στιγμή. Ένα μυστικό στον σωστό αγοραστή. Μια προδοσία που δεν έφερε ποτέ την υπογραφή της. Και μέσα σε μια νύχτα, θαρρείς σαν ψίθυρος, χάθηκε και βρέθηκε πέρα από τα σκοτεινά σοκάκια της πόλης, στα παλάτια των πασάδων της Calimport.

Εκεί όπου το χρυσάφι ρέει άφθονο και η εμπιστοσύνη σπανίζει, η Yalaith έπαψε να είναι κλέφτρα ή φόνισσα. Έγινε παλλακίδα, εταίρα, και για κάποιους λίγους, μια ευνοούμενη.
Στα δωμάτια με τα μετάξια και τα θυμιάματα, ανάμεσα σε ψίθυρους και υποσχέσεις, έμαθε - για πρώτη φορά - να χρησιμοποιεί το πιο επικίνδυνο όπλο της. Τον ίδιο της τον εαυτό!
Η ομορφιά της έγινε πολύτιμο εργαλείο, η φωνή της φονική παγίδα, η παρουσία της μια υπόσχεση που σπάνια σήμαινε αυτό που έδειχνε.
Οι πασάδες έβλεπαν διασκέδαση… Επιθυμία… Διαφυγή…
Η Yalaith όμως, έβλεπε μόνο μυστικά…
Το ανήσυχο μυαλό της δεν σταματούσε ποτέ. Πάντα ένα βήμα μπροστά, πάντα να αναζητά το επόμενο κενό, το επόμενο ρήγμα, τον επόμενο στόχο. Άντρες, γυναίκες και παιχνίδια εξουσίας, όλα είχαν ημερομηνία λήξης. Και όταν αυτή ερχόταν, τα μάτια της είχαν ήδη στραφεί αλλού. Σε κάτι πιο μεγάλο και πιο επικίνδυνο.
Κάθε λάγνο βλέμμα, κάθε μεθυσμένη εξομολόγηση γινόταν κομμάτι ενός παζλ που μόνο εκείνη έβλεπε ολοκληρωμένο.
Ώσπου κατάλαβε πως η πληροφορία είναι ο πιο σίγουρος δρόμος προς την εξουσία. Και σε μια σάπια πόλη όπως η Calimport, όποιος κατέχει την εξουσία δεν χρειάζεται να λερώσει τα χέρια του.
Εκτός… αν το θέλει.
Η Yalaith είχε μάθει πια να επιβιώνει μέσα σε παλάτια και να μαζεύει δύναμη και χρυσό στα χέρια της. Η Calimport όμως, είναι μια πόλη που αργά ή γρήγορα απαιτεί πληρωμή για κάθε φιλοδοξία. Και η δική της είχε αρχίσει να μεγαλώνει υπερβολικά…
Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι ακριβώς συνέβη. Άλλοι μίλησαν για έναν πασά που βρέθηκε δηλητηριασμένος. Άλλοι για ένα ολόκληρο δίκτυο πληροφοριών που κατέρρευσε μέσα σε μία νύχτα. Υπήρξαν ακόμη και ψίθυροι πως η Yalaith πούλησε μυστικά σε περισσότερους από έναν αφέντες ταυτόχρονα και πως κάποιος, τελικά, το ανακάλυψε.
Όποια κι αν ήταν η αλήθεια, ένα πράγμα ήταν βέβαιο. Η Calimport ξαφνικά έγινε πολύ μικρή για εκείνη. Και όταν μια πόλη σαν την Calimport αποφασίζει ότι σε θέλει νεκρό, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να εξαφανιστείς πριν φύγει η νύχτα.
Ο μόνος άνθρωπος που στάθηκε ξανά στο πλευρό της ήταν ο Blaise Harrow. Γερασμένος πια, μα πάντα με εκείνο το βλέμμα ανθρώπου που είχε περάσει τη μισή του ζωή αντιμετωπίζοντας φουρτούνες, ο παλιός πειρατής κανόνισε τη διαφυγή της, χωρίς ερωτήσεις. Ένα πλοίο. Ένα ψεύτικο όνομα. Ένα τελευταίο χρέος προς το κορίτσι που κάποτε είχε αγοράσει για να το σώσει από τη σκλαβιά.
Το όνομα του πλοίου ήταν Ramshackle. Και ήταν σχεδόν τόσο επικίνδυνο όσο και το πλήρωμά του…
Λαθρέμποροι, φονιάδες, κατάδικοι, λιποτάκτες, μισθοφόροι και πειρατές χωρίς σημαία. Άνθρωποι που δεν ανήκαν πουθενά και γι’ αυτό μπορούσαν να βρεθούν παντού. Κι έτσι, για πρώτη φορά, ανάμεσα σε παρανόμους και απόκληρους, η Yalaith γνώρισε την ελευθερία. Και την αγάπησε όσο τίποτα άλλο!
Στην αρχή ήταν απλώς deckhand. Ένα ακόμη χέρι στο κατάστρωμα. Καθάριζε το αλάτι και τα αίματα, κουβαλούσε τα σχοινιά και μάθαινε να κοιμάται με το ένα μάτι ανοιχτό. Η θάλασσα όμως δεν νοιάζεται για καταγωγή ή παρελθόν. Μόνο για το ποιος είναι αρκετά σκληρός ώστε να επιβιώσει. Κι η Yalaith επέζησε και άρχισε ξανά να ανεβαίνει…
Ήταν αδίστακτη όταν χρειαζόταν, μα ποτέ απερίσκεπτη. Ήξερε πότε να δείξει φόβο και πότε να τον χρησιμοποιήσει. Ήξερε πότε να αφήσει έναν άντρα να πιστεύει πως έχει τον έλεγχο, λίγο πριν του πάρει τα πάντα.
Το πλήρωμα σύντομα άρχισε να τη φοβάται και αργότερα να την σέβεται.
Μέσα σε λίγα χρόνια έγινε Quartermaster του Ramshackle, η δεύτερη σημαντικότερη μορφή πάνω στο πλοίο μετά τον καπετάνιο. Ήταν εκείνη που μοίραζε το χρυσάφι, κρατούσε το πλήρωμα ενωμένο και αποφάσιζε ποιος θα ανταμειφθεί και ποιος θα πεταχτεί στη θάλασσα.

Πολλοί έλεγαν πως το Ramshackle είχε αρχίσει να της ανήκει πολύ πριν σηκώσει επίσημα τη δική της σημαία. Κι όπως όλοι ξέρουν, τα πλοία έχουν τους δικούς τους νόμους, και στο μυαλό της Yalaith είχε ήδη φωλιάσει ο επόμενος μεγάλος στόχος.
Η ανταρσία ήρθε αργά, μελετημένα, σχεδόν αναπόφευκτα…
Κανείς ποτέ δεν μίλησε ανοιχτά γι’ αυτήν. Ένα βράδυ απλώς άλλαξαν οι βάρδιες, ακούστηκαν κραυγές κάτω από τη δυνατή βροχή και το επόμενο πρωί ο καπετάνιος είχε εξαφανιστεί.
Η Yalaith στεκόταν στην πλώρη του Ramshackle με το αίμα ακόμη νωπό στα γάντια της και το πλήρωμα γονάτισε μπροστά της από πίστη και επιλογή. Ήξεραν ήδη, ποια ήταν η πιο επικίνδυνη ύπαρξη πάνω στο πλοίο. Σύντομα θα το μάθαιναν και οι ίδιες οι απύθμενες θάλασσες…
To be continued…