Η Βασίλισσα του Ramshackle

Υπήρξε μια εποχή που το όνομα της Yalaith Oruboryl ταξίδευε γρηγορότερα από τους τέσσερις ανέμους. Στα λιμάνια ψιθυριζόταν σαν προειδοποίηση. Στις ταβέρνες σαν ιστορία τρόμου. Και στα καταστρώματα των εμπορικών πλοίων ψιθυριστά, θαρρείς σαν προσευχή.

Οι ναυτικοί κοίταζαν τον ορίζοντα και έκαναν το ίδιο ερώτημα: «Μήπως είναι το Ramshackle;» Κανείς δεν φοβόταν πραγματικά το ίδιο το πλοίο. Όλοι φοβόντουσαν τη γυναίκα που στεκόταν στην πλώρη του. Τη γυναίκα με τα σκούρα μαλλιά που χόρευαν μέσα στον άνεμο. Τη γυναίκα που χαμογελούσε αυτάρεσκα λίγο πριν δώσει διαταγή για το επόμενο αιματηρό ρεσάλτο. Τη γυναίκα που είχε μάθει να κερδίζει.
Πάντα, και με κάθε κόστος!

Η Yalaith είχε περάσει τη μισή της ζωή επιβιώνοντας, και την άλλη μισή κυνηγώντας περισσότερα. Περισσότερη ελευθερία! Περισσότερη δύναμη! Περισσότερο έλεγχο!

Και τώρα τα είχε αποκτήσει όλα. Το Ramshackle ήταν δικό της. Το πλήρωμα ήταν δικό της. Οι θάλασσες άνοιγαν δρόμο μπροστά της. Κι όμως… Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόσο μόνη.

Τις νύχτες, όταν οι περισσότεροι κοιμόντουσαν και μόνο ο παφλασμός των κυμάτων ακουγόταν πάνω στα ξύλα του πλοίου, η Yalaith συνήθιζε να στέκεται μόνη στην πρύμνη. Κοιτούσε το σκοτάδι, τα άστρα, το τίποτα. Γιατί όταν περνάς μια ζωή τρέχοντας, κάποια στιγμή ξεχνάς προς τα πού πήγαινες τελικά. Κι εκείνη είχε αρχίσει να το καταλαβαίνει…

Οι επιδρομές διαδέχονταν η μία την άλλη. Τα λάφυρα συσσωρεύονταν. Οι εχθροί πέθαιναν. Οι ιστορίες μεγάλωναν. Κάθε χρόνο γινόταν πλουσιότερη, ισχυρότερη… και πιο άδεια…

Μερικές φορές έπιανε τον εαυτό της να αναρωτιέται αν αυτό ήταν τελικά το όνειρο που κυνηγούσε από παιδί. Από τη Waterdeep, από τα σκλαβοπάζαρα της Calimport, από τα σοκάκια που μύριζαν αίμα και ιδρώτα, από εκείνες τις νύχτες που κοιμόταν πεινασμένη και φοβισμένη. Είχε κατακτήσει την ελευθερία της, μα κανείς δεν της είχε πει πόσο βαριά μπορεί να γίνει όταν δεν έχεις κάποιον να τη μοιραστείς.

Το πλήρωμα τη σεβόταν, τη λάτρευε και την φοβόταν. Κανείς όμως δεν την γνώριζε πραγματικά. Δεν έβλεπαν το κορίτσι που κάποτε πουλήθηκε σαν εμπόρευμα, ούτε τις βαθιές ουλές της ψυχής της. Και η ίδια είχε πάψει προ πολλού να τις δείχνει. Ήταν πιο εύκολο να είσαι θρύλος. Πιο εύκολο να είσαι φόβος. Κι έτσι, γεννήθηκε η Βασίλισσα του Ramshackle. Μέσα από τη δόξα, και τη μοναξιά.

Και όσο ο θρύλος της μεγάλωνε, τόσο η ίδια απομακρυνόταν από οτιδήποτε ανθρώπινο. Ίσως γι' αυτό η μοίρα αποφάσισε να της στείλει εκείνον. Έναν παράξενο μάγο με μάτια γεμάτα γνώση και μυστικά. Έναν άνθρωπο που δεν φοβήθηκε όταν την αντίκρισε, ούτε γοητεύτηκε όταν τον πλησίασε. Έναν άνθρωπο που έμοιαζε να βλέπει κατευθείαν πίσω από τον θρύλο της. Και αυτό ήταν πολύ πιο επικίνδυνο από οποιοδήποτε ξίφος είχε αντιμετωπίσει ποτέ η Yalaith Oruboryl… Και πολύ πιο γοητευτικό…

Το Περασμα του Thorne

Ο μάγος Vaelis Thorne πάτησε το πόδι του στο Ramshackle κάπου στην Θάλασσα των Πεσμένων Άστρων (Sea of Fallen Stars), σε μια από εκείνες τις απλωμένες θαλάσσιες περιοχές όπου τα νησιά μοιάζουν να αιωρούνται σαν σπασμένα κομμάτια ενός παλιού κόσμου και τα λιμάνια αλλάζουν χέρια τόσο συχνά που κανείς δεν τα θυμάται για πολύ.

Το πλοίο είχε δέσει προσωρινά σε έναν μικρό, ανώνυμο όρμο, που εξυπηρετούσε περισσότερο σαν καταφύγιο για λαθρεμπόρους και πειρατές παρά ως πραγματικό λιμάνι. Εκεί εμφανίστηκε ο Vaelis χωρίς συνοδεία και χωρίς να δίνει την εντύπωση ανθρώπου που ζητά βοήθεια. Ζήτησε απλώς διέλευση και προστασία για το ταξίδι, προσφέροντας σε αντάλλαγμα χρυσό αλλά και γνώσεις που, όπως είπε, θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμες στο πλήρωμα και στην καπετάνισσα του πλοίου. Δεν πίεσε, δεν διαπραγματεύτηκε και δεν προσπάθησε να επιβληθεί. Η στάση του έδινε την αίσθηση ότι είχε ήδη αποδεχτεί πως η θάλασσα θα αποφασίσει αν θα ζήσει ή θα χαθεί, και απλώς διάλεξε το Ramshackle ως το πιο βολικό σημείο για να συνεχίσει την πορεία του.

Η Yalaith τον δέχτηκε επειδή αναγνώρισε γρήγορα ότι δεν ήταν ένας τυχαίος μάγος που αναζητούσε ασφαλές πέρασμα. Είχε την ηρεμία ενός ανθρώπου που κουβαλούσε μαζί του ένα σχέδιο μεγαλύτερο από το άμεσο ταξίδι του και που δεν χρειαζόταν ούτε πλοίο ούτε πλήρωμα για να ορίσει την πορεία του, παρά μόνο χρόνο και διακριτικότητα. Έτσι ο Vaelis ανέβηκε στο Ramshackle και παρέμεινε ως επιβάτης υπό όρους, χωρίς να ανήκει πραγματικά στο πλήρωμα, αλλά και χωρίς να αντιμετωπίζεται ως απλός ξένος. Από την πρώτη κιόλας στιγμή έγινε σαφές ότι δεν είχε έρθει για να ξεκινήσει μια νέα ζωή στη θάλασσα, αλλά για να χρησιμοποιήσει τη θάλασσα ώστε να μείνει μακριά από τον κόσμο της ξηράς και από όσους θα μπορούσαν να καταλάβουν τι πραγματικά ετοίμαζε.

Όπου Συναντιούνται οι Μόνοι

Η παρουσία του Vaelis Thorne έγινε σταδιακά ένα σταθερό σημείο μέσα στην αβεβαιότητα του πλοίου, σαν να είχε πάντα το δικαίωμα να βρίσκεται εκεί, χωρίς ποτέ να το έχει επί της ουσίας διεκδικήσει.

Στην αρχή, η Yalaith τον παρατηρούσε όπως όλους τους επικίνδυνους ανθρώπους που περασαν από τη ζωή της. Με υπολογισμό, επιφυλακή και τη σιωπηλή συνήθεια να διαβάζει τις προθέσεις κάποιου, πριν αυτές εκδηλωθούν. Όμως ο Vaelis δεν ακολουθούσε τα μοτίβα που είχε μάθει να αναγνωρίζει. Δεν προσπαθούσε να την εντυπωσιάσει, ούτε να την πλησιάσει με τον τρόπο που το έκαναν συνήθως όσοι έβλεπαν την ομορφιά ή την εξουσία της ως ευκαιρία. Η αδιαφορία του για το κύρος της δεν ήταν προσβολή. Ηταν κάτι πιο βαθύ, ακατανόητο και δύσκολο να αποκωδικοποιηθεί.

Καθώς περνούσαν οι μέρες στη θάλασσα, η σχέση τους διαμορφωνόταν μέσα από μικρές, σχεδόν αόρατες ανταλλαγές. Ο Vaelis παρατηρούσε το πλοίο, το πλήρωμα και τις ισορροπίες του χωρίς να παρεμβαίνει, αλλά κάθε τόσο άφηνε πίσω του παρατηρήσεις ή γνώσεις που αποδείκνυαν ότι έβλεπε τον κόσμο με τρόπο διαφορετικό από όλους τους άλλους. Η Yalaith, που είχε μάθει να αναγνωρίζει την αξία σε ό,τι οι άλλοι αγνοούσαν, άρχισε πέρα από προσοχή, να του δίνει και αναγώριση. Δεν ήταν για εκείνον απλώς η καπετάνισσα ενός πειρατικού πλοίου. Ήταν ένα παράδειγμα επιβίωσης που δεν ταίριαζε με καμία από τις θεωρίες του για τον κόσμο. Μια γυναίκα χωρίς αριστοκρατική καταγωγή ή μαγική εκπαίδευση είχε καταφέρει να χτίσει δίκτυα επιρροής, να ελέγχει ανθρώπους και πληροφορίες και να κινείται μέσα σε χώρους που συνήθως καταβρόχθιζαν όσους δεν είχαν γεννηθεί για αυτούς. Αυτό το γεγονός τον γοήτευσε και τον ανάγκασε να προσπαθήσει να την κατανοήσει.

Με τον χρόνο, η μεταξύ τους απόσταση άρχισε να παίρνει διαφορετική μορφή. Δεν ήταν πλέον η απόσταση ανάμεσα σε εξουσία και υποταγή. Ήταν η απόσταση δύο ανθρώπων που είχαν μάθει να κινούνται μόνοι και αναγνώριζαν στον άλλον την ίδια συνήθεια. Κανείς από τους δύο δεν ζητούσε από τον άλλον να αλλάξει. Και αυτό, μέσα στον κόσμο που είχαν ζήσει, ήταν κάτι σχεδόν άγνωστο. Το πλήρωμα του Ramshackle άρχισε να το αντιλαμβάνεται ως μια αλλαγή στην ισορροπία του πλοίου. Η παρουσία του Vaelis έπαψε να θεωρείται προσωρινή, και η επιρροή του λόγου του πάνω στην Yalaith γινόταν αισθητή. Εκείνη εξακολουθούσε να είναι η απόλυτη αρχή πάνω στο θρυλικό πλοίο, αλλά πλέον δεν κινούταν μόνη μέσα στις αποφάσεις της.

Η Yalaith δεν είχε επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να πλησιάσει τον πυρήνα της εξουσίας της. Ούτε συναισθηματικά, ούτε πολιτικά. Κι όμως, με τον Vaelis, δεν υπήρξε ποτέ συνειδητή παραχώρηση. Η παρουσία του απλώς εγκαταστάθηκε εκεί. Ρίζωσε σαν κάτι που δεν μπορούσε πια να αγνοήσει. Και ο Vaelis, για πρώτη φορά στη ζωή του, αντιμετώπιζε τον κόσμο μέσα από την παρουσία μιας γυναίκας που είχε ήδη μάθει να ξεπερνά κάθε εμπόδιο από την αρχή της ζωής της.

Το Τέλος ενός Ονείρου

Η Yalaith Oruboryl ήξερε καλά πως τα όνειρα ήταν η πολυτέλεια των ανθρώπων που ένιωθαν ασφαλείς. Είχε μεγαλώσει γνωρίζοντας μόνο την ανάγκη. Ανάγκη για τροφή, για καταφύγιο, για επιβίωση. Από παιδί είχε μάθει πως ο κόσμος δεν χαρίζει τίποτα και πως κάθε στιγμή αδυναμίας πληρώνεται ακριβά. Γι’ αυτό και ποτέ δεν επέτρεψε στον εαυτό της να πιστέψει πραγματικά σε ένα καλύτερο αύριο. Όχι μέχρι να γνωρίσει τον Vaelis, και ίσως γι’ αυτό να τον αγάπησε.

Όχι επειδή ήταν ισχυρός ή σοφός. Είχε γνωρίσει άλλωστε και τα δύο σε αφθονία. Αλλά επειδή δίπλα του κατάφερε για πρώτη φορά να φανταστεί μια ζωή διαφορετική. Όταν οι νύχτες ήταν ήσυχες και η θάλασσα απλωνόταν ήρεμη γύρω από το Ramshackle, έπιανε τον εαυτό της να σκέφτεται πράγματα που κάποτε θα θεωρούσε αδιανόητα. Ένα σπίτι. Έναν κήπο. Ένα μέρος που δεν θα χρειαζόταν να εγκαταλείψει βιαστικά μέσα στη νύχτα.

Και όταν έμαθε πως κυοφορούσε το παιδί του, οι σκέψεις αυτές έπαψαν να είναι φαντασιώσεις. Άρχισαν να μοιάζουν με μέλλον. Για εβδομάδες κουβαλούσε το μυστικό μέσα της σαν θησαυρό. Παρατηρούσε το πλήρωμα να γελά, να πίνει και να μαλώνει πάνω στο κατάστρωμα και αναρωτιόταν πώς θα ήταν να βλέπει μια μέρα το παιδί της να τρέχει ανάμεσά τους. Φανταζόταν τα μάτια του. Το χαμόγελό του. Αναρωτιόταν αν θα έμοιαζε περισσότερο σε εκείνη ή στον πατέρα του. Η γυναίκα που είχε επιβιώσει από σκλαβιά, προδοσίες, δολοφονίες και ανταρσίες βρισκόταν ξαφνικά να ονειρεύεται πράγματα τόσο απλά, που σχεδόν την τρόμαζαν.

Ο Vaelis όμως δεν ονειρευόταν μαζί της…
Την αγαπούσε. Η Yalaith δεν αμφέβαλε ποτέ γι’ αυτό. Το έβλεπε στον τρόπο που την κοιτούσε. Το καταλάβαινε στη σπάνια γαλήνη που έφερνε η παρουσία της στο ανήσυχο μυαλό του. Όμως υπήρχε κάτι μέσα του που βρισκόταν πάντα πιο μακριά. Κάτι που δεν ανήκε ούτε σε εκείνη ούτε σε κανέναν άλλον.

Για χρόνια είχε αφιερώσει τη ζωή του σε μια αναζήτηση που ξεπερνούσε κάθε ανθρώπινη φιλοδοξία. Είχε συγκεντρώσει γνώσεις που οι περισσότεροι μάγοι δεν θα τολμούσαν ούτε να διαβάσουν, είχε αναζητήσει μυστικά θαμμένα σε ερείπια και ξεχασμένες βιβλιοθήκες, είχε περάσει αμέτρητες νύχτες κυνηγώντας την ίδια απάντηση.
Πώς νικάς τον θάνατο…

Η Yalaith γνώριζε τις έρευνές του. Στην αρχή δεν έδινε σημασία. Ύστερα άρχισε να ανησυχεί. Και όσο η ζωή μεγάλωνε μέσα της, τόσο περισσότερο καταλάβαινε πως ο χρόνος τελείωνε. Εκείνη μιλούσε για το μέλλον και εκείνος για προετοιμασίες. Εκείνη μιλούσε για το παιδί και εκείνος για τελετουργίες. Εκείνη άπλωνε το χέρι προς μια ζωή που μόλις γεννιόταν, ενώ εκείνος συνέχιζε να προχωρά προς μια ύπαρξη που απαιτούσε να εγκαταλείψει την ίδια του την ανθρώπινη φύση.
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο εκ διαμέτρου αντίθετα οράματα γεννήθηκε η απόσταση, από την τραγική συνειδητοποίηση πως μερικές φορές η αγάπη μόνο δεν αρκεί.

Η ρήξη δεν ήρθε ούτε με φωνές, ούτε με θυμό. Ήρθε με εκείνη τη σιωπή που εμφανίζεται όταν δύο άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι ο δρόμος τους χωρίζει, αλλά κανείς δεν έχει το κουράγιο να το πει δυνατά.

Τότε ήταν που ήρθε εκείνη η καταραμένη νύχτα που τα πάντα χάθηκαν σαν μια χούφτα άμμος στο απέραντο θαλασσινό νερό.

Ένα ακόμα ρεσάλτο ξεκίνησε όπως τόσα άλλα πριν από αυτό. Το Ramshackle όρμησε άγρια πάνω σε μια δουλεμπορική γαλέρα. Γάντζοι εκτοξεύτηκαν, κανόνια βρόντηξαν στο σκοτάδι, ξίφη βγήκαν από τις θήκες τους και ο γνώριμος θόρυβος της μάχης σκέπασε τη θάλασσα. Ήταν μια σκηνή που η Yalaith είχε ζήσει αμέτρητες φορές μέχρι τότε.

Μόνο που αυτή τη φορά οι θεοί αποφάσισαν να της θυμίσουν πως πάντα θα υπάρχει κάτι που δεν θα μπορεί να ελέγξει.

Όταν η μάχη τελείωσε, το αίμα είχε ήδη χυθεί και η νίκη είχε ήδη κερδηθεί. Το πλήρωμα πανηγύριζε, και φώναζε το όνομά της. Όμως η Yalaith δεν άκουγε τίποτα… Το μόνο που θυμόταν αργότερα ήταν το βλέμμα του θεραπευτή. Οι σκληρές αλήθειες φτάνουν στην καρδιά πολύ πριν γίνουν λέξεις.

Το παιδί χάθηκε. Και μαζί του χάθηκε κι ολόκληρος ο κόσμος που είχε χτίσει μέσα στο μυαλό της. Το σπίτι. Το μέλλον. Οι ήσυχες μέρες. Τα γέλια που δεν θα ακούγονταν ποτέ…

Για εβδομάδες περιπλανιόταν στο Ramshackle σαν φάντασμα. Η θλίψη είχε φωλιάσει μέσα της σαν πέτρα στον βυθό του ωκεανού. Και κάθε φορά που έβλεπε τον Vaelis να συνεχίζει τις μελέτες του, να κυνηγά το ίδιο όνειρο, να προετοιμάζεται για την ίδια αθανασία, κάτι μέσα της ράγιζε ολοένα και περισσότερο. Κατάλαβε πως ακόμη και τώρα, ακόμη και μετά από όλα όσα είχαν χάσει, υπήρχε κάτι που αγαπούσε περισσότερο από εκείνη.

Και εκεί, πάνω στο κατάστρωμα του Ramshackle, ανάμεσα σε ματωμένα κύματα και φαντάσματα του παρελθόντος, πέθανε με τον πιο οδυνηρό τρόπο, το μοναδικό όνειρο που τόλμησε ποτέ να κάνει…

To be continued…